Meaning of ρολόι | Babel Free
/ɾoˈlo.i/Ορισμοί
- κάθε συσκευή μέτρησης των διαστημάτων του χρόνου που είναι μικρότερα της μέρας
-
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόλος nominative, plural, vocative
-
ψηλό κτήριο στο οποίο είναι τοποθετημένο ένα μηχανικό ρολόι figuratively
- κάθε μετρητής, συσκευή που μετράει τιμές πχ. την πίεση, την ποσότητα καυσίμων, την κατανάλωση νερού, ρεύματος κ.λπ.
Παραδείγματα
“Το ρολόι σταμάτησε να δουλεύει και χρειάζεται επισκευή.”
The clock stopped working and needs repair.
“Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού, στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού.”
The old clock of the little station, Stood still at the hour of our parting.
“Έκλαψα για τη ζωή μου και για το γραφτό, το ρολόι μου δείχνει οχτώ.”
I wept for my life and for fate, My clock is showing eight.
“Το λουρί του ρολογιού μου έχει σπάσει.”
The strap of my watch is broken.
“Το ρολόι στο Λονδίνο ονομάζεται «Μπιγκ Μπεν».”
The clock tower in London is called 'Big Ben'.
“το ρολόι του ηλεκτρικού”
the electricity meter
“το ρολόι του νερού”
the water meter
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.