HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ρολόι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
ɾoˈlo.i

Ορισμοί

  1. κάθε συσκευή μέτρησης των διαστημάτων του χρόνου που είναι μικρότερα της μέρας
  2. ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόλος
    nominative, plural, vocative
  3. ψηλό κτήριο στο οποίο είναι τοποθετημένο ένα μηχανικό ρολόι
    figuratively
  4. κάθε μετρητής, συσκευή που μετράει τιμές πχ. την πίεση, την ποσότητα καυσίμων, την κατανάλωση νερού, ρεύματος κ.λπ.

Ισοδύναμα

Български часовник
Català rellotge
Dansk klokketårn
Esperanto horloĝo
Eesti kell
Gaeilge clog clog
Galego reloxo
Magyar óra őrá
Bahasa Indonesia jam menara jam
日本語 時計 時計台
한국어 시계탑
Kurdî demjimêr mêter
Latina horologium
Македонски саат-кула
Nederlands hangklok klok klok klok klokkentoren uurwerk
Português relógio
Română ceas turn cu ceas
Slovenščina ura
Shqip ore
Српски сат
Kiswahili saa
தமிழ் மணிக்கூடு
Українська годинник
Tiếng Việt đồng hồ
中文 時鐘
ZH-TW 時鐘

Παραδείγματα

“Το ρολόι σταμάτησε να δουλεύει και χρειάζεται επισκευή.”

The clock stopped working and needs repair.

“Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού, στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού.”

The old clock of the little station, Stood still at the hour of our parting.

“Έκλαψα για τη ζωή μου και για το γραφτό, το ρολόι μου δείχνει οχτώ.”

I wept for my life and for fate, My clock is showing eight.

“Το λουρί του ρολογιού μου έχει σπάσει.”

The strap of my watch is broken.

“Το ρολόι στο Λονδίνο ονομάζεται «Μπιγκ Μπεν».”

The clock tower in London is called 'Big Ben'.

“το ρολόι του ηλεκτρικού”

the electricity meter

“το ρολόι του νερού”

the water meter

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρολόι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free