HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ρολόι

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
ɾoˈlo.i

Ορισμοί

  1. κάθε συσκευή μέτρησης των διαστημάτων του χρόνου που είναι μικρότερα της μέρας
  2. ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ρόλος
    nominative, plural, vocative
  3. ψηλό κτήριο στο οποίο είναι τοποθετημένο ένα μηχανικό ρολόι
    figuratively
  4. κάθε μετρητής, συσκευή που μετράει τιμές πχ. την πίεση, την ποσότητα καυσίμων, την κατανάλωση νερού, ρεύματος κ.λπ.

Ισοδύναμα

37 more languages

Παραδείγματα

“Το ρολόι σταμάτησε να δουλεύει και χρειάζεται επισκευή.”

The clock stopped working and needs repair.

“Το παλιό ρολόι του μικρού σταθμού, στάθηκε στην ώρα του αποχωρισμού.”

The old clock of the little station, Stood still at the hour of our parting.

“Έκλαψα για τη ζωή μου και για το γραφτό, το ρολόι μου δείχνει οχτώ.”

I wept for my life and for fate, My clock is showing eight.

“Το λουρί του ρολογιού μου έχει σπάσει.”

The strap of my watch is broken.

“Το ρολόι στο Λονδίνο ονομάζεται «Μπιγκ Μπεν».”

The clock tower in London is called 'Big Ben'.

“το ρολόι του ηλεκτρικού”

the electricity meter

“το ρολόι του νερού”

the water meter

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ρολόι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free