Meaning of μοίρα | Babel Free
/ˈmira/Ορισμοί
- το μερίδιο, το μερτικό
- γυναικείο όνομα
-
το πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό broadly
-
ο προορισμός broadly
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μοίρας)
-
το τέλος ή ο θάνατος broadly
- τμήμα της σπονδυλικής στήλης
- μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °)
- μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας
Παραδείγματα
“Ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους.”
“δεν έχει στον ήλιο μοίρα”
“Η μοίρα αυτού του νεοκλασικού κτηρίου ήταν να καταλήξει ένας σωρός από μπάζα.”
“θωρακική μοίρα, οσφυϊκή μοίρα”
“Η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες.”
“Δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.