HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μοίρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ˈmira

Ορισμοί

  1. το μερίδιο, το μερτικό
  2. γυναικείο όνομα
  3. το πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό
    broadly
  4. ο προορισμός
    broadly
  5. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μοίρας)
  6. το τέλος ή ο θάνατος
    broadly
  7. τμήμα της σπονδυλικής στήλης
  8. μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °)
  9. μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας

Ισοδύναμα

28 more languages

Παραδείγματα

“Ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους.”
δεν έχει στον ήλιο μοίρα”
“Η μοίρα αυτού του νεοκλασικού κτηρίου ήταν να καταλήξει ένας σωρός από μπάζα.”
“θωρακική μοίρα, οσφυϊκή μοίρα”
“Η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες.”
“Δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μοίρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free