HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πάτωμα | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent

Ορισμοί

  1. η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο
  2. το ξύλινο δάπεδο ενός δωματίου
    especially
  3. ο όροφος ενός κτηρίου

Ισοδύναμα

English floor Storey

Παραδείγματα

“μην κάθεσαι στο πάτωμα, πάρε μια καρέκλα”
“στις κρεβατοκάμαρες βάλαμε πάτωμα αλλά στην κουζίνα πλακάκι”
“πόσα πατώματα θα έχει αυτή η πολυκατοικία όταν τελειώσει;”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πάτωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course