Σημασία του πάτωμα | Babel Free
Ορισμοί
- η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο
-
το ξύλινο δάπεδο ενός δωματίου especially
- ο όροφος ενός κτηρίου
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“μην κάθεσαι στο πάτωμα, πάρε μια καρέκλα”
“στις κρεβατοκάμαρες βάλαμε πάτωμα αλλά στην κουζίνα πλακάκι”
“πόσα πατώματα θα έχει αυτή η πολυκατοικία όταν τελειώσει;”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free