χαρούμενη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χαρούμενος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Ήταν πολύ χαρούμενη με τα νέα που της είπες.”
She was very happy with the news you told her.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free