Meaning of μάσκα | Babel Free
/ˈmas.ka/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- προσωπείο, προσωπίδα
- καλύπτρα των ματιών ή όλου του προσώπου για μεταμφίεση στις αποκριές ή σε άλλες περιστάσεις κατά τις οποίες κάποιος θέλει να αποφύγει την αναγνώριση των χαρακτηριστικών του προσώπου του.
- καλύπτρα κεφαλής και προσώπου (π.χ. του σκιέρ ή του μοτοσικλετιστή) για προστασία από το κρύο.
- προστατευτική συσκευή (π.χ. αντιασφυξιογόνα μάσκα) ή καλύπτρα του προσώπου κατά την διάρκεια επικίνδυνων εργασιών (π.χ. κατά την ηλεκτροσυγκόλληση).
- κάλυψη της μύτης και του στόματος με ειδική καλύπτρα που προστατεύει από μικρόβια και ως ένα βαθμό από ιούς (ιατρική ή χειρουργική μάσκα).
- συσκευή που τοποθετείται στο πρόσωπο ασθενούς για να του παράσχει π.χ. οξυγόνο
- μάσκα προσώπου ή μαλλιών, δηλαδή κρέμα που καλύπτει για αρκετή ώρα όλο το πρόσωπο ή το τριχωτό με στόχο την ενυδάτωση ή τη σύσφιξη κ.ά.
- το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, εκεί που τοποθετείται ο αριθμός κυκλοφορίας του, ο μπροστινός προφυλακτήρας και τα φώτα.
- τα πλαϊνά της πλώρης, τα πλευρά της
- αντικείμενο από καουτσούκ με γυαλί και πλαστικό γύρω γύρω απ' αυτό το οποίο χρησιμοποιείται για καταδύσεις.
- mask: οντότητα που χρησιμοποιείται ως πρότυπο (υπόδειγμα) για δημιουργία (με αντιγραφή), μεταβολή και σύγκριση παρόμοιων οντοτήτων
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.