HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

εφημερίδα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
e.fi.meˈri.ða

Ορισμοί

περιοδική, συνήθως ημερήσια, έντυπη έκδοση που περιέχει τρέχοντα γεγονότα, διάφορα σχόλια, ποικίλες πληροφορίες, ανταποκρίσεις, διαφημίσεις και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με την επικαιρότητα. Η εκτύπωσή της γίνεται συνήθως σε χαρτί χαμηλού κόστους και ανάλογα με την ώρα έκδοσής της μπορεί να χαρακτηρίζεται πρωινή, μεσημβρινή ή απογευματινή

Ισοδύναμα

50 more languages

Παραδείγματα

“※ Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη εφημερίδα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free