εφημερίδα
Ορισμοί
περιοδική, συνήθως ημερήσια, έντυπη έκδοση που περιέχει τρέχοντα γεγονότα, διάφορα σχόλια, ποικίλες πληροφορίες, ανταποκρίσεις, διαφημίσεις και οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με την επικαιρότητα. Η εκτύπωσή της γίνεται συνήθως σε χαρτί χαμηλού κόστους και ανάλογα με την ώρα έκδοσής της μπορεί να χαρακτηρίζεται πρωινή, μεσημβρινή ή απογευματινή
Ισοδύναμα
50 more languages
Afrikaanskoerant
Беларускаягазэта
Българскивестник
Danskavis
ΕλληνικάΓαζέττα
Euskaraegunkari
فارسیروزنامه
Galegoxornal
עבריתעיתון
Hrvatskinovine
Magyarújság
Հայերենլրագիր
Íslenskadagblað
ქართულიგაზეთი
한국어신문
Lietuviųlaikraštis
Latviešulaikraksts
Русскийгазетанапеча́тать в газе́теопубликова́ть в газе́теопублико́вывать в газе́тепеча́тать в газе́те
Slovenčinanoviny
Slovenščinačasopis
Shqipgazete
Српскиновине
Svenskatidning
Kiswahiligazeti
தமிழ்செய்தித்தாள்
ไทยหนังสือพิมพ์
Tagaloggaseta
Türkçegazete
中文報紙
繁體中文報紙
Παραδείγματα
“※ Ο πάγκος, ο εφημεριδοπώλης, οι εφημερίδες, ακόμα και τα περιοδικά που δεν είδε, αλλά ήταν βέβαιη ότι τα ήξερε – όλα θα μπορούσαν να είναι ολόιδια και έξι χρόνια πριν (Δημήτρης Φύσσας, Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free