Meaning of καταστροφή | Babel Free
/ka.ta.stroˈfi/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταστρέφω
- η αποτυχία
- στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, η λύση της πλοκής
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“πρόκληση καθολικής ή πολύ μεγάλης φθοράς σε αντικείμενο ή πρόσωπο”
“η πυρκαγιά προκάλεσε τεράστιες καταστροφές”
“φαινόμενο ή γεγονός που προκαλεί μεγάλη φθορά ή αλλοίωση σε αντικείμενο ή πρόσωπο”
“η περιοχή χτυπήθηκε από σεισμούς και άλλες φυσικές καταστροφές”
“πρόσωπο που έχει αρνητική επίδραση σε άλλα πρόσωπα ή καταστάσεις”
“αυτός ο άνθρωπος ήταν η καταστροφή της”
“αν δεν οργανωθούμε σήμερα, αύριο θα αντιμετωπίζουμε την καταστροφή”
“(κατ’ επέκταση) ο αποτυχημένος, ο αδέξιος”
“από παιδί ήταν σκέτη καταστροφή”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.