HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

γάλα

Ουσιαστικό CEFR B1 Frequent
[ˈɣala]

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά από την εγκυμοσύνη και με το οποίο τρέφονται τα μικρά τους
  3. το υγρό που υφίσταται επεξεργασία από γαλακτοβιομηχανίες για κατανάλωση ή για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων

Ισοδύναμα

Englishmilk
Españolleche
Françaislait
48 more languages
Afrikaansmelk
العربيةحليبلبن
Azərbaycan dilisüd
Беларускаямалако
Българскимляко
Catalàllet
Češtinamléko
Danskmælk
DeutschMilch
Esperantolakto
Eestipiim
Euskaraesne
Suomimaito
Gaeilgebainne
Gàidhligbainne
Galegoleite
עבריתחלב
Hrvatskimlijekomliko
Magyartej
Հայերենկաթ
Íslenskamjólk
Italianolatte
日本語牛乳
한국어우유
Latinalac
LëtzebuergeschMëllech
Lietuviųpienas
Latviešupiens
Македонскимлеко
Монголсүү
Bahasa Melayususuسوسو
Maltiħalib
Nederlandsmelk
Polskimleko
Portuguêsleite
Românălapte
Slovenčinamlieko
Slovenščinamleko
Српскимлеко
Svenskamjölk
Türkçesüt
Українськамолоко
Tiếng Việtsưasữasửa
中文牛奶
繁體中文牛奶

Παραδείγματα

“κατσικίσιο γάλα”

goat's milk

“αγελαδινό γάλα”
“παστεριωμένο γάλα”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γάλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free