γάλα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά από την εγκυμοσύνη και με το οποίο τρέφονται τα μικρά τους
- το υγρό που υφίσταται επεξεργασία από γαλακτοβιομηχανίες για κατανάλωση ή για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων
Ισοδύναμα
48 more languages
Afrikaansmelk
Azərbaycan dilisüd
Беларускаямалако
Българскимляко
Catalàllet
Češtinamléko
Danskmælk
DeutschMilch
Esperantolakto
Eestipiim
Euskaraesne
Suomimaito
Gaeilgebainne
Gàidhligbainne
Galegoleite
עבריתחלב
Magyartej
Հայերենկաթ
Íslenskamjólk
Italianolatte
日本語牛乳
한국어우유
Latinalac
LëtzebuergeschMëllech
Lietuviųpienas
Latviešupiens
Македонскимлеко
Монголсүү
Maltiħalib
Nederlandsmelk
Polskimleko
Portuguêsleite
Românălapte
Slovenčinamlieko
Slovenščinamleko
Српскимлеко
Svenskamjölk
Türkçesüt
Українськамолоко
中文牛奶
繁體中文牛奶
Παραδείγματα
“κατσικίσιο γάλα”
goat's milk
“αγελαδινό γάλα”
“παστεριωμένο γάλα”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free