Meaning of σερ | Babel Free
/seɾ/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (γράφεται και με κεφαλαίο - Σερ)
- ευγενική προσφώνηση λόγο σεβασμού ή ηλικίας
Ισοδύναμα
English
Sir
Παραδείγματα
“※ Κόντρα ρόλος για έναν σερ του σινεμά (εφημ. Καθημερινή, 13/09/2021 https://www.kathimerini.gr/culture/561494761/kontra-rolos-gia-enan-ser-toy-sinema/)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.