HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σερ

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1 Frequent
seɾ

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (γράφεται και με κεφαλαίο - Σερ)
  3. ευγενική προσφώνηση λόγο σεβασμού ή ηλικίας

Ισοδύναμα

EnglishSIR
FrançaismonsieurSir
DeutschHerrSir
17 more languages
Bosanskisir
Češtinapánsír
Ελληνικάκύριος
Hrvatskisir
日本語貴下
한국어귀하
Kurdîşîrsîr
Te Reo Māorite
Polskipan
Portuguêssenhorsir
සිංහලශ්‍රී
Српскиsir
中文先生
繁體中文先生

Παραδείγματα

“※ Κόντρα ρόλος για έναν σερ του σινεμά (εφημ. Καθημερινή, 13/09/2021 https://www.kathimerini.gr/culture/561494761/kontra-rolos-gia-enan-ser-toy-sinema/)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σερ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free