HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κύριος

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Common
ˈci.ɾi.os

Ορισμοί

  1. ο Θεός των Εβραίων, όπως αποδόθηκε στη μετάφραση των Ο', αντί των ονομάτων Ελωίμ, ή Ελωχείμ,, ή Γιαχβέ, ή Αδωνάι, ή Σαβαώθ κ.ά.
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. ο κυρίαρχος
  4. ο Ιησούς Χριστός, κατά προσαγόρευση όπως αποδίδεται στα ιερά ευαγγέλια.
  5. ενήλικος άνδρας
  6. συνοδεύει το όνομα ή το επώνυμο ενός ενήλικου άνδρα
  7. ο έντιμος και αξιοπρεπής άντρας, αυτός που κρατάει πάντα τη θέση του
    figuratively
  8. ως προσφώνηση οποιουδήποτε άντρα και στο σχολείο του δασκάλου από τους μαθητές

Ισοδύναμα

44 more languages
Bosanskilordsir
Danskherr
Gaeilgetiarna
Gàidhligtighearna
Galegodominante
עבריתמר
हिन्दीमहोदय
Hrvatskilordsir
Հայերենպարոն
Íslenskaherra
LëtzebuergeschHär
Lietuviųponas
Latviešukungs
Te Reo Māorite
Portuguêsdominantemistersenhorseusir
සිංහලශ්‍රී
Slovenčinapán
Slovenščinagospod
Српскиlordsir
தமிழ்திரு
Tagalognananaig
Українськадомінантапан
繁體中文上帝先生

Παραδείγματα

“formal spelling: Κύριος (Kýrios)”
“Όταν θα είσαι κύριος του εαυτού σου, να γυρνάς σπίτι ό,τι ώρα θέλεις!”
“Ήρθαν δύο κύριοι και σε ζητούσαν.”
“ο κύριος Παπαδόπουλος· ο κύριος Νίκος”
“συντομογραφία κλιτή: κος / Κος ή κ.”
“ο τάδε είναι ένας πραγματικός κύριος”
“Η μικρή του έκανε τα γλυκά μάτια, αλλά αυτός στάθηκε κύριος. (δεν υπέκυψε στον πειρασμό)”
“Κύριε, κύριε, να πάω έξω;”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κύριος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free