Meaning of κύριος | Babel Free
/ˈci.ɾi.os/Ορισμοί
- ο Θεός των Εβραίων, όπως αποδόθηκε στη μετάφραση των Ο', αντί των ονομάτων Ελωίμ, ή Ελωχείμ,, ή Γιαχβέ, ή Αδωνάι, ή Σαβαώθ κ.ά.
- ανδρικό επώνυμο
- ο κυρίαρχος
- ο Ιησούς Χριστός, κατά προσαγόρευση όπως αποδίδεται στα ιερά ευαγγέλια.
- ενήλικος άνδρας
- συνοδεύει το όνομα ή το επώνυμο ενός ενήλικου άνδρα
-
ο έντιμος και αξιοπρεπής άντρας, αυτός που κρατάει πάντα τη θέση του figuratively
- ως προσφώνηση οποιουδήποτε άντρα και στο σχολείο του δασκάλου από τους μαθητές
Παραδείγματα
“formal spelling: Κύριος (Kýrios)”
“Όταν θα είσαι κύριος του εαυτού σου, να γυρνάς σπίτι ό,τι ώρα θέλεις!”
“Ήρθαν δύο κύριοι και σε ζητούσαν.”
“ο κύριος Παπαδόπουλος· ο κύριος Νίκος”
“συντομογραφία κλιτή: κος / Κος ή κ.”
“ο τάδε είναι ένας πραγματικός κύριος”
“Η μικρή του έκανε τα γλυκά μάτια, αλλά αυτός στάθηκε κύριος. (δεν υπέκυψε στον πειρασμό)”
“Κύριε, κύριε, να πάω έξω;”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.