κύριος
Ορισμοί
- ο Θεός των Εβραίων, όπως αποδόθηκε στη μετάφραση των Ο', αντί των ονομάτων Ελωίμ, ή Ελωχείμ,, ή Γιαχβέ, ή Αδωνάι, ή Σαβαώθ κ.ά.
- ανδρικό επώνυμο
- ο κυρίαρχος
- ο Ιησούς Χριστός, κατά προσαγόρευση όπως αποδίδεται στα ιερά ευαγγέλια.
- ενήλικος άνδρας
- συνοδεύει το όνομα ή το επώνυμο ενός ενήλικου άνδρα
-
ο έντιμος και αξιοπρεπής άντρας, αυτός που κρατάει πάντα τη θέση του figuratively
- ως προσφώνηση οποιουδήποτε άντρα και στο σχολείο του δασκάλου από τους μαθητές
Ισοδύναμα
44 more languages
Danskherr
Gaeilgetiarna
Gàidhligtighearna
Galegodominante
עבריתמר
हिन्दीमहोदय
Հայերենպարոն
Íslenskaherra
LëtzebuergeschHär
Lietuviųponas
Latviešukungs
Te Reo Māorite
Русский-сгосподингосподствующийГосподьдоминантадоминирующиймилостивый государьМистермосьемсьёпреобладающийсирсударьсэр
සිංහලශ්රී
Slovenčinapán
Slovenščinagospod
தமிழ்திரு
ไทยเป็นใหญ่
Tagalognananaig
Παραδείγματα
“formal spelling: Κύριος (Kýrios)”
“Όταν θα είσαι κύριος του εαυτού σου, να γυρνάς σπίτι ό,τι ώρα θέλεις!”
“Ήρθαν δύο κύριοι και σε ζητούσαν.”
“ο κύριος Παπαδόπουλος· ο κύριος Νίκος”
“συντομογραφία κλιτή: κος / Κος ή κ.”
“ο τάδε είναι ένας πραγματικός κύριος”
“Η μικρή του έκανε τα γλυκά μάτια, αλλά αυτός στάθηκε κύριος. (δεν υπέκυψε στον πειρασμό)”
“Κύριε, κύριε, να πάω έξω;”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free