Meaning of λίμνη | Babel Free
/ˈli.mni/Ορισμοί
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- μικρή ή μεγαλύτερη σε έκταση εδαφική κοιλότητα, που είναι γεμάτη με γλυκό νερό
-
συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας κάποιου υγρού σε ένα σημείο figuratively
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.