Meaning of πνεύμα | Babel Free
/ˈpnev.ma/Ορισμοί
- ο νους του ανθρώπου, ατομικά ή συλλογικά
- το άυλο στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, σε αντιδιαστολή με το σώμα
- η ψυχή του ανθρώπου
- μη υλική οντότητα, π.χ. κατώτερη θεότητα, η ψυχή ενός νεκρού ή ένα φάντασμα
- ο ιδιαίτερος χαρακτήρας, η ιδιαίτερη σημασία κάποιου πράγματος
- o αστεϊσμός, το χιούμορ
- διακριτικό σημάδι στο πολυτονικό σύστημα γραφής το οποίο δεν υποδεικνύει τη συλλαβή τονισμού αλλά στην αρχαιότητα πιθανότατα έδειχνε μεταβολή στον τρόπο προφοράς του γράμματος
- η αλκοόλη
Παραδείγματα
“οι τιτάνες της τέχνης και του πνεύματος”
the titans of art and spirit (intellect/culture)
“κάνω πνεύμα”
I tell a joke
“η δημιουργία του πολιτισμού είναι η κορυφαία εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος”
“δεν ενδιαφέρεται για τα υλικά αγαθά παρά μόνο για το πνεύμα”
“παρέδωσε το πνεύμα: πέθανε”
“ισχυρίζεται ότι επικοινωνεί με το πνεύμα του παππού της”
“το πνεύμα της εποχής, το πνεύμα του βιβλίου, της συζήτησης κ.λπ”
“του αρέσει να κάνει πνεύμα”
“η ψιλή και η δασεία είναι δύο πνεύματα που χρησιμοποιήθηκαν στο ελληνικό πολυτονικό σύστημα γραφής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.