HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δικαστής

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1 Frequent
ði.kaˈstis

Ορισμοί

  1. που δικάζει, που συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης
  2. που κρίνει κάποιον (αυστηρά) για τις πράξεις του
    broadly

Ισοδύναμα

36 more languages

Παραδείγματα

“Ο δικαστής εξέδωσε την απόφαση.”

The judge issued the verdict.

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δικαστής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free