Meaning of άρχοντας | Babel Free
/ˈaɾxondas/Ορισμοί
- πλούσιος άνδρας με θέση κύρους που φέρεται γενναιόδωρα και μεταφορικά όποιος φέρεται με παρόμοιο τρόπο χωρίς απαραιτήτως να είναι εύπορος
- ανδρικό επώνυμο
-
ο κυβερνήτης μιας περιοχής, ο αξιωματούχος, αριστοκράτης ή ευγενής που δικοικούσε μια περιοχή dated
- επίσημος τίτλος
Παραδείγματα
“Ο Κώστας είναι άρχοντας, καθαρός, καλοντυμένος, ευγενής, πάντα κερνάει.”
“Είναι μισθωτός, αλλά θέλει να ζει σαν άρχοντας.”
“(στην Ελλάδα) τσιφλικάς, προύχοντας, δημογέροντας”
“οι εννέα άρχοντες των Αθηνών”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.