Meaning of αυθεντία | Babel Free
/a.fθenˈdi.a/Ορισμοί
- η ιδιότητα αδιαμφισβήτητου κύρους
- γυναικείο όνομα
- το άτομο που οι γνώσεις του σε έναν συγκεκριμένο τομέα εκτιμώνται εξαιρετικά και συνεπώς δεν αμφισβητείται από κανέναν η γνώμη του
Ισοδύναμα
English
authority
Παραδείγματα
“Είναι αυθεντία σε εξέλιξη.”
He is an authority on evolution.
“αυτός είναι αυθεντία στα μαθηματικά”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.