Meaning of αρχόντισσα | Babel Free
/aɾˈxo(n).di.sa/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- θηλυκό του άρχοντας
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αρχόντισσας)
- γυναίκα αρχοντικής καταγωγής ή εμφανίσεως
- η σύζυγος του άρχοντα
-
επιβλητική, κυρίαρχη παρουσία figuratively
Ισοδύναμα
English
archon
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: αριστοκράτισσα”
“(για νήσους) Οι αρχόντισσες του Αιγαίου.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.