Meaning of βάρδια | Babel Free
/ˈvaɾ.ði.a/Ορισμοί
- η εργασία που γίνεται με εναλλαγή προσωπικού σε τακτά χρονικά διαστήματα (κυρίως εργοστάσια, νοσοκομεία, ναυτικό, στρατό, κ.α.)
- το χρονικό διάστημα της εργασίας αυτής
- γυναικείο επώνυμο
- η κάθε ομάδα που εναλλάσσεται και αποτελεί το ανθρώπινο δυναμικό της εργασίας
- το πρόσωπο (ή πρόσωπα) που ασχολούνται με τη φύλαξη χώρων, ο φύλακας, ο φρουρός
Παραδείγματα
“τελειώνει η βάρδιά μου”
“τελειώνει η βάρδια μου (προφορά με συνίζηση)”
“δουλεύουν σε βάρδιες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.