Meaning of συλλογή | Babel Free
/si.loˈʝi/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συλλέγω
- η συγκέντρωση πραγμάτων
- η συστηματική συγκέντρωση ομοειδών πραγμάτων
-
τα συστηματικά συγκεντρωμένα ομοειδή πράγματα figuratively
- σκέψη που επανέρχεται, που με απασχολεί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Κάνω συλλογή νομισμάτων.”
I make a collection of coins. (I collect coins)
“Έπεσε σε βαθιά συλλογή.”
literally: She/He fell into deep thought.
“Τα λόγια του με έριξαν σε βαθιά συλλογή.”
literally: His words dropped me into deep contemplation.
“(both, more frequent)”
“με τη συλλογή των σκουπιδιών θα ασχοληθούμε αύριο”
“για τη συλλογή όλων των στοιχείων θα χρειαστούν τρεις υπάλληλοι”
“ασχολείται με τη συλλογή έργων τέχνης”
“※ Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)”
“βυθίζομαι σε συλλογή”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.