HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γκόμενα | Babel Free

Noun masculine CEFR B1 Frequent
/ˈɡomena/

Ορισμοί

  1. η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις
    familiar, vulgar
  2. ωραία ή νεαρή γυναίκα
    familiar, vulgar
  3. το προσωπικό όπλο του κάθε στρατιώτη
    slang

Ισοδύναμα

English bird chick friend

Παραδείγματα

“Η Ασπασία είναι η γκόμενα του Μάκη.”

Aspasia is Makis' girlfriend.

“Κοίτα εκεί μια γκόμενα, πω πω πω.”

Look at that babe over there, wow.

“※ Μαρία με τα κίτρινα με βάση τα δεδόμενα εδώ ο πλανήτης χάνεται κι εσύ το παίζεις γκόμενα”
“※ Έχω μια υπόνοια ίδια είναι τα δρώμενα μάλλον με γουστάρει φίλε η δική σου γκόμενα”
“※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γκόμενα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course