Meaning of γκόμενα | Babel Free
/ˈɡomena/Ορισμοί
-
η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις familiar, vulgar
-
ωραία ή νεαρή γυναίκα familiar, vulgar
-
το προσωπικό όπλο του κάθε στρατιώτη slang
Παραδείγματα
“Η Ασπασία είναι η γκόμενα του Μάκη.”
Aspasia is Makis' girlfriend.
“Κοίτα εκεί μια γκόμενα, πω πω πω.”
Look at that babe over there, wow.
“※ Μαρία με τα κίτρινα με βάση τα δεδόμενα εδώ ο πλανήτης χάνεται κι εσύ το παίζεις γκόμενα”
“※ Έχω μια υπόνοια ίδια είναι τα δρώμενα μάλλον με γουστάρει φίλε η δική σου γκόμενα”
“※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.