Meaning of μονοπάτι | Babel Free
/mo.noˈpa.ti/Ορισμοί
- στενός και δύσβατος δρομίσκος στην ύπαιθρο, που συνήθως έχει σχηματισθεί από τη συχνή διέλευση ανθρώπων ή ζώων
-
στενός ορεινός δρόμος general
-
ενέργειες ή δράσεις που οδηγούν στην επίτευξη κάποιου σκοπού ή παράγουν κάποιο αποτέλεσμα figuratively
Παραδείγματα
“※ Υπήρχε ένας χωματόδρομος όπου έφτανε το αυτοκίνητο μέχρι ενός σημείου και από κει και πέρα στένευε σε μονοπάτι, μέχρι τον βραχώδη κόλπο. (Ευτυχία Γιαννάκη, Η νόσος του μικρού θεού, εκδ. Ίκαρος, 2020)”
“※ Η οικολογία είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος προς την ελευθερία. Δεν είναι πρόσκληση για ένταξη σε μια ιδεολογία ή σε μια πολιτική άποψη, είναι ενα προσωπικό μονοπάτι καθημερινής απελευθέρωσης από τη βαρβαρότητα του κοινωνικού μας συστήματος και της αντιανθρωπιστικής και αντιεπιστημονικής κουλτούρας του. (@efsyn.gr)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.