HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μονοπάτι | Babel Free

Noun CEFR B1 Frequent
/mo.noˈpa.ti/

Ορισμοί

  1. στενός και δύσβατος δρομίσκος στην ύπαιθρο, που συνήθως έχει σχηματισθεί από τη συχνή διέλευση ανθρώπων ή ζώων
  2. στενός ορεινός δρόμος
    general
  3. ενέργειες ή δράσεις που οδηγούν στην επίτευξη κάποιου σκοπού ή παράγουν κάποιο αποτέλεσμα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Footpath path track

Παραδείγματα

“※ Υπήρχε ένας χωματόδρομος όπου έφτανε το αυτοκίνητο μέχρι ενός σημείου και από κει και πέρα στένευε σε μονοπάτι, μέχρι τον βραχώδη κόλπο. (Ευτυχία Γιαννάκη, Η νόσος του μικρού θεού, εκδ. Ίκαρος, 2020)”
“※ Η οικολογία είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος προς την ελευθερία. Δεν είναι πρόσκληση για ένταξη σε μια ιδεολογία ή σε μια πολιτική άποψη, είναι ενα προσωπικό μονοπάτι καθημερινής απελευθέρωσης από τη βαρβαρότητα του κοινωνικού μας συστήματος και της αντιανθρωπιστικής και αντιεπιστημονικής κουλτούρας του. (@efsyn.gr)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μονοπάτι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course