Meaning of βγαίνω | Babel Free
/ˈvʝe.no/Ορισμοί
- προχωρώ ώστε να βρεθώ έξω από ένα κλειστό χώρο
- πηγαίνω για διασκέδαση, συνήθως με παρέα
- έχω ερωτική σχέση με ένα άτομο
- βλασταίνω, φυτρώνω
- αρχίζω τη σταδιοδρομία μου
- προέρχομαι
- κυκλοφορώ
- αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις
Παραδείγματα
“Πόσο καιρό βγαίνεις μαζί της;”
“Έχουν βγει τα σπαράγγια. Πάμε να μαζέψουμε;”
“(για μέρη φυτών, κλαδιά, άνθη, καρπούς)”
“Βγήκε στο θέατρο σε ηλικία 18 χρονών.”
“Από πού βγαίνει η λέξη αυτή;”
“Δεν έβγαινε οικονομικά το μαγαζί του και αναγκάστηκε να το κλείσει.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.