HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βάλλω | Babel Free

Verb CEFR B1
/ˈva.lo/

Ορισμοί

  1. εκτελώ βολή, ρίχνω ένα βλήμα
  2. κατηγορώ κάποιον, του αποδίδω μομφή
    figuratively
  3. βάζω
    Cypriot

Παραδείγματα

“※ Η Νότια Κορέα ανακοίνωσε ότι πραγματοποιούσε συνηθισμένες στρατιωτικές ασκήσεις στα ανοικτά της δυτικής ακτής όταν η Βόρεια Κορέα αρχίσει να βάλλει με δεκάδες οβίδες, όμως επισήμανε πως τα νοτιοκορεατικά πυρά κατά τα γυμνάσια δεν ήταν προς την κατεύθυνση του βορρά. (εφημερίδα Καθημερινή, 23 Νοεμβρίου 2010)”
“※ Σε ανακοίνωσή του το σωματείο των ηλεκτροδηγών στο Μετρό βάλλει κατά της Διοίκησης της ΑΜΕΛ επισημαίνοντας πως δεν είχε εξαγγελθεί 24ωρη απεργία. (εφημερίδα Τα Νέα, 4 Ιανουαρίου 2011)”
“Με βάλλεις τούτα τα πράματα.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βάλλω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course