HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βάλλω — definition

Conjugation of βάλλω

Regular CEFR B1
ˈva.lo

κατηγορώ κάποιον, του αποδίδω μομφή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βάλλω
εσύ βάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό βάλλει
εμείς βάλλουμε
εσείς βάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά βάλλουν
Παρατατικός
εγώ έβαλλα
εσύ έβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό έβαλλε
εμείς βάλλαμε
εσείς βάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβαλλαν
Αόριστος
εγώ έβαλα
εσύ έβαλες
αυτός / αυτή / αυτό έβαλε
εμείς βάλαμε
εσείς βάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βάλω
εσύ βάλεις
αυτός / αυτή / αυτό βάλει
εμείς βάλουμε
εσείς βάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά βάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάλλε
εσείς βάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάλε
εσείς βάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
βάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βάλλομαι
εσύ βάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βάλλεται
εμείς βαλλόμαστε
εσείς βάλλεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βάλλονται
Παρατατικός
εγώ βαλλόμουν
εσύ βαλλόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βαλλόταν
εμείς βαλλόμασταν
εσείς βαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βάλλονταν
Αόριστος
εγώ βλήθηκα
εσύ βλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βλήθηκε
εμείς βληθήκαμε
εσείς βληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βληθώ
εσύ βληθείς
αυτός / αυτή / αυτό βληθεί
εμείς βληθούμε
εσείς βληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βάλλεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς βληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary