HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βγαίνω — definition

Conjugation of βγαίνω

Regular CEFR B1
ˈvʝe.no

αντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βγαίνω
εσύ βγαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό βγαίνει
εμείς βγαίνουμε
εσείς βγαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά βγαίνουν
Παρατατικός
εγώ έβγαινα
εσύ έβγαινες
αυτός / αυτή / αυτό έβγαινε
εμείς βγαίναμε
εσείς βγαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβγαιναν
Αόριστος
εγώ βγήκα
εσύ βγήκες
αυτός / αυτή / αυτό βγήκε
εμείς βγήκαμε
εσείς βγήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βγήκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βγω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βγω
εσύ βγεις
αυτός / αυτή / αυτό βγει
εμείς βγούμε
εσείς βγείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βγουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βγαίνε
εσείς βγαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βγες
εσείς βγείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βγει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary