Conjugation of βγαίνω
ˈvʝe.noαντεπεξέρχομαι στις οικονομικές μου υποχρεώσεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βγαίνω |
| εσύ | βγαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βγαίνει |
| εμείς | βγαίνουμε |
| εσείς | βγαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βγαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβγαινα |
| εσύ | έβγαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβγαινε |
| εμείς | βγαίναμε |
| εσείς | βγαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβγαιναν |
Αόριστος
| εγώ | βγήκα |
| εσύ | βγήκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βγήκε |
| εμείς | βγήκαμε |
| εσείς | βγήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βγήκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βγω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βγω |
| εσύ | βγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βγει |
| εμείς | βγούμε |
| εσείς | βγείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βγουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βγαίνε |
| εσείς | βγαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βγες |
| εσείς | βγείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βγει |