Meaning of δράση | Babel Free
/ˈðɾa.si/Ορισμοί
- η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν σκοπό
- η ενέργεια, η κίνηση
- η εκδήλωση κάποιας ενέργειας
- η εναλλαγή των σκηνών και των επεισοδίων σε λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο
Παραδείγματα
“περιβαλλοντική δράση, εθελοντική, επαναστατική, εναλλακτική, φιλανθρωπική δράση”
“※ Ήταν καιρός λοιπόν ν' αναληφθεί κάποιου είδους δράση. (⌘ Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα, 1979 [κείμενα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.