HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δράση | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/ˈðɾa.si/

Ορισμοί

  1. η δραστηριοποίηση και οι ενέργειες που κάνει κάποιος για έναν σκοπό
  2. η ενέργεια, η κίνηση
  3. η εκδήλωση κάποιας ενέργειας
  4. η εναλλαγή των σκηνών και των επεισοδίων σε λογοτεχνικό, θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο

Ισοδύναμα

English action activity

Παραδείγματα

“περιβαλλοντική δράση, εθελοντική, επαναστατική, εναλλακτική, φιλανθρωπική δράση”
“※ Ήταν καιρός λοιπόν ν' αναληφθεί κάποιου είδους δράση. (⌘ Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα, 1979 [κείμενα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δράση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course