Meaning of καταφέρω | Babel Free
/ka.taˈfe.ɾo/Ορισμοί
-
ρίχνω κάτι εναντίον κάποιου και τον χτυπώ figuratively, formal, literally
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταφέρνω
- θα καταφέρω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταφέρνω
Παραδείγματα
“δείτε και το παθητικό καταφέρομαι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.