Meaning of καταφθάνω | Babel Free
/ka.taˈfθa.no/Ορισμοί
- φθάνω κάπου ξαφνικά ή απροειδοποίητα (κι ενίοτε προκαλώντας δυσαρέσκεια σ’ αυτούς που συναντώ)
- φθάνω κάπου στην ώρα μου
- φθάνω κάπου τελευταία στιγμή
Παραδείγματα
“※ Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.