Conjugation of καταφθάνω
ka.taˈfθa.noφθάνω κάπου ξαφνικά ή απροειδοποίητα (κι ενίοτε προκαλώντας δυσαρέσκεια σ’ αυτούς που συναντώ) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | καταφθάνω |
| εσύ | καταφθάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφθάνει |
| εμείς | καταφθάνουμε |
| εσείς | καταφθάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφθάνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέφθανα |
| εσύ | κατέφθανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέφθανε |
| εμείς | καταφθάναμε |
| εσείς | καταφθάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέφθαναν |
Αόριστος
| εγώ | κατέφθασα |
| εσύ | κατέφθασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέφθασε |
| εμείς | καταφθάσαμε |
| εσείς | καταφθάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέφθασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα καταφθάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | καταφθάσω |
| εσύ | καταφθάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | καταφθάσει |
| εμείς | καταφθάσουμε |
| εσείς | καταφθάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | καταφθάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | καταφθάνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | καταφθάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | καταφθάσει |