HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← καταφθάνω — definition

Conjugation of καταφθάνω

Regular CEFR B2
ka.taˈfθa.no

φθάνω κάπου ξαφνικά ή απροειδοποίητα (κι ενίοτε προκαλώντας δυσαρέσκεια σ’ αυτούς που συναντώ) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ καταφθάνω
εσύ καταφθάνεις
αυτός / αυτή / αυτό καταφθάνει
εμείς καταφθάνουμε
εσείς καταφθάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφθάνουν
Παρατατικός
εγώ κατέφθανα
εσύ κατέφθανες
αυτός / αυτή / αυτό κατέφθανε
εμείς καταφθάναμε
εσείς καταφθάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέφθαναν
Αόριστος
εγώ κατέφθασα
εσύ κατέφθασες
αυτός / αυτή / αυτό κατέφθασε
εμείς καταφθάσαμε
εσείς καταφθάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά κατέφθασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα καταφθάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ καταφθάσω
εσύ καταφθάσεις
αυτός / αυτή / αυτό καταφθάσει
εμείς καταφθάσουμε
εσείς καταφθάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά καταφθάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς καταφθάνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς καταφθάστε
Απαρέμφατο αορίστου
καταφθάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary