Meaning of γειτονιά | Babel Free
/ʝi.toˈɲa/Ορισμοί
- το σύνολο από γειτονικά σπίτια, το οποίο αποτελεί τμήμα της συνοικίας
-
κατάσταση ή σχέση που συνδέει όμορες περιοχές, πρόσωπα ή κράτη, ιδίως όταν χαρακτηρίζεται από ειρηνική ή συνεργατική συνύπαρξη formal
-
το σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν σε γειτονικά σπίτια figuratively
-
το σύνολο όμορων χωρών figuratively
- της γειτονιάς : περιφερειακός, συνοικιακός
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Πιο κάτω, στην οδό Π. Τσαλδάρη 34, ένα από τα ωραία μικρά σπίτια της γειτονιάς με μια εξώθυρα που σε κάνει να σταματήσεις και να τη θαυμάσεις, έχει βάλει αγγελτήριο ανέγερσης νέας οικοδομής.”
“※ Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο επίτροπος για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας και τις Διαπραγματεύσεις Διεύρυνσης, Johannes Hahn, η Ε.Ε. έχει καλέσει την Τουρκία «να σεβαστεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων καλής γειτονίας καθώς και του σεβασμού στις εσωτερικές δικαστικές διαδικασίες των κρατών μελών». (www.efsyn.gr, 27.02.2017)”
“※ όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.