Σημασία του θέση | Babel Free
ˈθe.siΟρισμοί
- ακριβώς προσδιορισμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι
- κάθισμα
- χώρος που προορίζεται για συγκεκριμένο πράγμα
- δουλειά ή αξίωμα, πόστο
- η σειρά που καταλαμβάνει κάποιος
- πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου
- εκφρασμένη άποψη
- αξιωματική αρχή ή άποψη-οπτική που η αλήθειά της τίθεται προς εξέταση
Ισοδύναμα
العربية
قضية
Беларуская
прапанова
Deutsch
Gegend
klasse
klasse
Lage
Lokalität
nähere Umgebung
Ort
örtliche Lage
örtliche Zuständigkeit
Örtlichkeit
Ortsbezogenheit
Ortschaft
Ortsteil
pessimistisch
Platz
Platz
Platz
platz
Position
posten
Posten
Räumlichkeit
Standpunkt
Stelle
stelle
Viertel
English
class
Downbeat
job
Locality
place
place
point
point of view
position
position
post
Proposition
situation
station
status
Esperanto
ĉefpulso
Suomi
alaslyönti
asema
ehdottaa
ehdotus
esitys
pääisku
paikallisuus
paikka
paikkakunta
pessimistinen
seutu
sijainti
sijaitseminen
synkkä
tarjous
väite
ympäristö
Français
battu
battu
battu
Conséquent
Conséquent
downbeat
localité
pessimiste
place
place
place
position
Proposition
quartier
région
temps fort
thésis
triste
voisinage
Galego
proposición
עברית
טענה
മലയാളം
പ്രദേശം
Tagalog
palagay
Παραδείγματα
“Κάτσε στη θέση σου και μη μιλάς.”
“Έβριζε γιατί του είχαν πάρει τη θέση του στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας.”
“Ο τάδε διορίστηκε στη θέση του γενικού διευθυντή.”
“Η αθλήτρια κατέκτησε την πρώτη θέση στο αγώνισμα αυτό.”
“Η θέση της επιχείρησης επιδεινώνεται εν καιρώ ύφεσης και απειλείται με χρεωκοπία.”
“Δημοσιεύτηκαν οι θέσεις των κομμάτων για το ζήτημα.”
“Όλες οι θέσεις σου καταρρίφθηκαν, κι όμως το Σύμπαν εξακολουθεί να λειτουργεί.”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free