Meaning of θέση | Babel Free
/ˈθe.si/Ορισμοί
- ακριβώς προσδιορισμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι
- κάθισμα
- χώρος που προορίζεται για συγκεκριμένο πράγμα
- δουλειά ή αξίωμα, πόστο
- η σειρά που καταλαμβάνει κάποιος
- πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου
- εκφρασμένη άποψη
- αξιωματική αρχή ή άποψη-οπτική που η αλήθειά της τίθεται προς εξέταση
Παραδείγματα
“Κάτσε στη θέση σου και μη μιλάς.”
“Έβριζε γιατί του είχαν πάρει τη θέση του στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας.”
“Ο τάδε διορίστηκε στη θέση του γενικού διευθυντή.”
“Η αθλήτρια κατέκτησε την πρώτη θέση στο αγώνισμα αυτό.”
“Η θέση της επιχείρησης επιδεινώνεται εν καιρώ ύφεσης και απειλείται με χρεωκοπία.”
“Δημοσιεύτηκαν οι θέσεις των κομμάτων για το ζήτημα.”
“Όλες οι θέσεις σου καταρρίφθηκαν, κι όμως το Σύμπαν εξακολουθεί να λειτουργεί.”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.