HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του θέση | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A1 Common
ˈθe.si

Ορισμοί

  1. ακριβώς προσδιορισμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι
  2. κάθισμα
  3. χώρος που προορίζεται για συγκεκριμένο πράγμα
  4. δουλειά ή αξίωμα, πόστο
  5. η σειρά που καταλαμβάνει κάποιος
  6. πρώτη θέση, δεύτερη θέση, οικονομική θέση κλπ: οι ανέσεις ή τα προνόμια που αντιστοιχούν στην τιμή του εισιτηρίου
  7. εκφρασμένη άποψη
  8. αξιωματική αρχή ή άποψη-οπτική που η αλήθειά της τίθεται προς εξέταση

Ισοδύναμα

العربية قضية
Беларуская прапанова
Bosanski plače plaće post region status
Čeština lokalita nabídka navrhování věta
Esperanto ĉefpulso
Galego proposición
עברית טענה
Hrvatski plače plaće post region status
Íslenska fullyrðing yrðing
日本語 命題 提案 提議
한국어 명제 제안
Kurdî post wahî
Te Reo Māori tūnga wāhi
മലയാളം പ്രദേശം
Nederlands droef pessimistisch
Српски plaće plače post region status
Svenska lokalitet tätort
Tagalog palagay
Türkçe karamsar kötümser

Παραδείγματα

“Κάτσε στη θέση σου και μη μιλάς.”
“Έβριζε γιατί του είχαν πάρει τη θέση του στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας.”
“Ο τάδε διορίστηκε στη θέση του γενικού διευθυντή.”
“Η αθλήτρια κατέκτησε την πρώτη θέση στο αγώνισμα αυτό.”
“Η θέση της επιχείρησης επιδεινώνεται εν καιρώ ύφεσης και απειλείται με χρεωκοπία.”
“Δημοσιεύτηκαν οι θέσεις των κομμάτων για το ζήτημα.”
“Όλες οι θέσεις σου καταρρίφθηκαν, κι όμως το Σύμπαν εξακολουθεί να λειτουργεί.”

Επίπεδο CEFR

A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
See all A1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θέση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free