στρατηγός
Ορισμοί
- ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς που φέρει τον ανώτερο βαθμό της στρατιωτικής ιεραρχίας.
- ανδρικό επώνυμο
- προσφώνηση, καταχρηστικά, στρατιωτικός όρος στην κλητική, χωρίς τη λέξη κύριε) προσφώνηση όλων των ανώτατων αξιωματικών του στρατού
-
η σύζυγος στρατηγού familiar
-
αρχηγός, ηγέτης, αυτός ή αυτή που κανονίζει τα πάντα familiar, figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο στρατηγός είναι αρχηγός ΓΕΕΘΑ. Προέρχεται από τον στρατό ξηράς.”
“συντομογραφία: στγος”
“Στρατηγέ!^((μιλάει σ' έναν υποστράτηγο)) Σας ζητάει ο στρατηγός στο γραφείο του.”
“Στρατηγέ μου! πόσο χαίρομαι που σας βλέπω!”
“η κυρία στρατηγού”
“Η γυναίκα μου είναι ο στρατηγός μες στο σπίτι. (αρσενικό και για γυναίκα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free