Meaning of χωριό | Babel Free
/xoɾˈʝo/Ορισμοί
- ονομασία συνοικισμών και οικισμών της Ελλάδας
-
μέρος γραπτού κειμένου formal
- οικισμός που αποτελείται από λίγα σπίτια και κατοίκους λιγότερους από αυτούς της πόλης και της κωμόπολης
-
η Χώρα της Σκύρου στην καθομιλουμένη especially
- τμήμα επιφάνειας
-
το σύνολο των κατοίκων του οικισμού, οι χωρικοί figuratively
- η ιδιαίτερη πατρίδα, ο τόπος καταγωγής
Παραδείγματα
“το νησί μας έχει μικρά χωριά και καμία πόλη”
“Κατηγορία:Χωριά της Ελλάδας στο Βικιλεξικό”
“σε όλο το χωριό είχε πέσει βουβαμάρα”
“δεν καταλαβαίνω από αυτά, είμαι από χωριό εγώ”
“και ως πολυλεκτική ονομασία: Μεγάλο Χωριό, Μικρό Χωριό”
“※ Αντίθετα, νομίζω ότι μια διόρθωση της παραδομένης γραφής Ἀσίαν, σε Ἀσίνην, όχι μόνο δικαιολογείται παλαιογραφικά, αλλά και αποκαθιστά νοηματικά το χωρίο. (Δωδώνη, τόμος 23, τεύχος 2, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1994, σελ. 229)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.