HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of περικοπή | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/pe.ɾi.koˈpi/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικόπτω
  2. η μείωση ενός χρηματικού ποσού, η ελάττωσή του καθώς και (κατ’ επέκταση) το περικομμένο χρηματικό ποσό
  3. ό,τι περικόπτεται ή αφαιρείται από κάποιο κείμενο
  4. απόσπασμα κειμένου με κάποια αυτοτέλεια
  5. αφαίρεση τμήματος μιας μακράς λέξης ώστε να σχηματιστεί μια βραχύτερη λέξη με την ίδια σημασία → δείτε τη λέξη clipping

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“η λέξη «τσελίστας» είναι περικοπή του «βιολοντσελίστας» → χρειάζεται παράδειγμα”
“είδη περικοπής: απλολογία, αποκοπή, άφεση, συγκοπή → χρειάζεται παράδειγμα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See περικοπή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course