Meaning of περικοπή | Babel Free
/pe.ɾi.koˈpi/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικόπτω
- η μείωση ενός χρηματικού ποσού, η ελάττωσή του καθώς και (κατ’ επέκταση) το περικομμένο χρηματικό ποσό
- ό,τι περικόπτεται ή αφαιρείται από κάποιο κείμενο
- απόσπασμα κειμένου με κάποια αυτοτέλεια
- αφαίρεση τμήματος μιας μακράς λέξης ώστε να σχηματιστεί μια βραχύτερη λέξη με την ίδια σημασία → δείτε τη λέξη clipping
Παραδείγματα
“η λέξη «τσελίστας» είναι περικοπή του «βιολοντσελίστας» → χρειάζεται παράδειγμα”
“είδη περικοπής: απλολογία, αποκοπή, άφεση, συγκοπή → χρειάζεται παράδειγμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.