περικοπή
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικόπτω
- η μείωση ενός χρηματικού ποσού, η ελάττωσή του καθώς και (κατ’ επέκταση) το περικομμένο χρηματικό ποσό
- ό,τι περικόπτεται ή αφαιρείται από κάποιο κείμενο
- απόσπασμα κειμένου με κάποια αυτοτέλεια
- αφαίρεση τμήματος μιας μακράς λέξης ώστε να σχηματιστεί μια βραχύτερη λέξη με την ίδια σημασία → δείτε τη λέξη clipping
Ισοδύναμα
27 more languages
Българскиотрязък
Catalàretall
Cymraegtoriad
DeutschAbrundungAbschnittAusschnittausziehenAuszugCutbackEinschnittexzerpierenExzerptKurzformKürzungKurzwortKurzwortbildungPerikopePresseausschnittRasenschnittRückblendeSchnipselSchnittVerkürzungZeitungsausschnitt
Gaeilgebearradh
Gàidhliggiorrachadh
Magyarleépítés
Italianoaccorciamentocompendioepitomeestrattopericoperiduzioneritagliospezzonestralciotagliotroncamento
Tiếng Việttrích đoạn
Παραδείγματα
“η λέξη «τσελίστας» είναι περικοπή του «βιολοντσελίστας» → χρειάζεται παράδειγμα”
“είδη περικοπής: απλολογία, αποκοπή, άφεση, συγκοπή → χρειάζεται παράδειγμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free