HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

περικοπή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
pe.ɾi.koˈpi

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περικόπτω
  2. η μείωση ενός χρηματικού ποσού, η ελάττωσή του καθώς και (κατ’ επέκταση) το περικομμένο χρηματικό ποσό
  3. ό,τι περικόπτεται ή αφαιρείται από κάποιο κείμενο
  4. απόσπασμα κειμένου με κάποια αυτοτέλεια
  5. αφαίρεση τμήματος μιας μακράς λέξης ώστε να σχηματιστεί μια βραχύτερη λέξη με την ίδια σημασία → δείτε τη λέξη clipping

Ισοδύναμα

27 more languages
Българскиотрязък
Catalàretall
Cymraegtoriad
Gaeilgebearradh
Gàidhliggiorrachadh
Tiếng Việttrích đoạn

Παραδείγματα

“η λέξη «τσελίστας» είναι περικοπή του «βιολοντσελίστας» → χρειάζεται παράδειγμα”
“είδη περικοπής: απλολογία, αποκοπή, άφεση, συγκοπή → χρειάζεται παράδειγμα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη περικοπή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free