HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αποκοπή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκόπτω
  2. η αποβολή του τελικού φωνήεντος μιας λέξης μπροστά από το αρχικό φωνήεν της επόμενης λέξης

Ισοδύναμα

37 more languages
Afrikaansamputasie
Catalàamputació
Cymraegtrychiad
Esperantoamputado
ქართულიამპუტაცია
Kurdîçut
Tagalogpaggapong

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αποκοπή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free