Meaning of απόκομμα | Babel Free
Ορισμοί
- κάτι που κόπηκε από κάπου
-
κομμάτι σελίδας που αφαιρέθηκε από έντυπο (περιοδικό, εφημερίδα, βιβλίο) και κρατήθηκε σε κάποιο μέρος για περαιτέρω χρήση especially
-
απογαλακτισμός vulgar
Παραδείγματα
“απόκομμα εφημερίδας”
newspaper cutting
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.