HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απογαλακτισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2

Ορισμοί

  1. η χρονική διάρκεια κατά την οποία αντικαθίσταται σταδιακά και κατ’ ολίγον για το βρέφος το μητρικό γάλα με άλλες τροφές μέχρι του αποθηλασμού, δηλ. της πλήρους διακοπής της γαλουχήσεως του
  2. ο τερματισμός παραγωγής γάλακτος στα θηλαστικά

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απογαλακτισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course