Σημασία του απόδειξη | Babel Free
aˈpo.ði.ksiΟρισμοί
-
συλλογιστική πορεία, πληροφορία ή στοιχείο που δείχνει ότι κάτι αληθεύει formal
- εξήγηση που με την χρήση των κανόνων της λογικής και με βάση ορισμένα αξιώματα δείχνει την αλήθεια ενός μαθηματικός θεωρήματος
- χαρτάκι που δίνεται στον πελάτη με πληροφορίες για κάτι που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένων της τιμής, του φόρου, της ημερομηνίας κ.α.
Ισοδύναμα
Deutsch
Acquit
Beleg
Beweis
beweis
Beweismittel
Empfangsbestätigung
Erhalt
Evidenz
Hinweis
Kassenbon
Nachweis
Quittung
Suomi
pitävä
Français
bon de caisse
corps du délit
Degré
démonstration
épreuve
évidence
facture
facture
facturette
justificatif
preuve
quittance
récépissé
Recette
reçu
témoignage
ticket
Italiano
argomento
argomento
contrassegno
contrassegno
contrassegno
indizio
indizio
reperto
ricevuta
ricevuta
ricevuta
ricezione
scontrino
scontrino
segno
segno
ไทย
ทาน
中文
收據
繁體中文
收據
Παραδείγματα
“Η απόδειξη του θεωρήματος βρίσκεται στη σελίδα 35.”
The proof of the theorem can be found on page 35.
“Δεν υπήρχαν αρκετές αποδείξεις για την καταδίκη του.”
There was not enough evidence to convict him.
“Ξέχασα την απόδειξη στο εστιατόριο.”
I forgot the receipt in the restaurant.
“το πιστοποιητικό πληροί τους όρους για την απόδειξη του επιπέδου γλωσσομάθειας”
“※ Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία διάταξη νόμου που να προβλέπει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους το καθεστώς που διέπει τη συγκέντρωση αποδείξεων για τα εισοδήματα και τις δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν εντός του τρέχοντος έτους. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free