Meaning of απόδειξη | Babel Free
/aˈpo.ði.ksi/Ορισμοί
-
συλλογιστική πορεία, πληροφορία ή στοιχείο που δείχνει ότι κάτι αληθεύει formal
- εξήγηση που με την χρήση των κανόνων της λογικής και με βάση ορισμένα αξιώματα δείχνει την αλήθεια ενός μαθηματικός θεωρήματος
- χαρτάκι που δίνεται στον πελάτη με πληροφορίες για κάτι που αγόρασε, συμπεριλαμβανομένων της τιμής, του φόρου, της ημερομηνίας κ.α.
Παραδείγματα
“Η απόδειξη του θεωρήματος βρίσκεται στη σελίδα 35.”
The proof of the theorem can be found on page 35.
“Δεν υπήρχαν αρκετές αποδείξεις για την καταδίκη του.”
There was not enough evidence to convict him.
“Ξέχασα την απόδειξη στο εστιατόριο.”
I forgot the receipt in the restaurant.
“το πιστοποιητικό πληροί τους όρους για την απόδειξη του επιπέδου γλωσσομάθειας”
“※ Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία διάταξη νόμου που να προβλέπει για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους το καθεστώς που διέπει τη συγκέντρωση αποδείξεων για τα εισοδήματα και τις δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν εντός του τρέχοντος έτους. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.