Meaning of δοκίμιο | Babel Free
/ðoˈci.mi.o/Ορισμοί
- γραπτό κείμενο μέτριας έκτασης και καλλιεργημένου ύφους με το οποίο ο συγγραφέας αποπειράται να διερευνήσει θεωρητικά ένα φιλοσοφικό, κοινωνικό, ιστορικό, φιλολογικό ζήτημα
- το αντίστοιχο είδος του γραπτού λόγου
- η πρώτη πρόχειρη εκτύπωση ενός κειμένου που πρέπει να ελεγχθεί για λάθη και να λάβει την τελική του μορφή
Ισοδύναμα
English
essay
Παραδείγματα
“ασελιδοποίητο δοκίμιο”
galley proof
“διορθώνω δοκίμια”
proof read
“τελικό δοκίμιο”
final proof
“※ Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γραπτό χωρίς να τις γνωρίζει. (Ο περί Διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006 (22(I)/2006), cylaw.org, 2006 https://www.cylaw.org/nomoi/enop/ind/2006_1_22/section-sc9773a810-d52e-5c09-19b9-6c316257bb6d.html)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.