διατριβή
Ορισμοί
μελέτη που μελετά με επιστημονικό τρόπο κάποιο θέμα και που την υποβάλλουν σε κάποιο πανεπιστήμιο για να αποκτήσουν πανεπιστημιακό τίτλο (καθηγητή, διδάκτορα κ.λπ.)
Ισοδύναμα
42 more languages
العربيةرسالة
Беларускаядысертацыя
Българскидисертация
Cymraegtraethawd
Danskafhandling
DeutschAbhandlungAusfallDiskursDissertationDoktorarbeitgehässiger AngriffHetzeHetzredeHetzschriftRedeRedeschwallSuadaTraktat
Galegotratado
ગુજરાતીમહાશોધ નિબંધ
עבריתמסכת
ქართულიდისერტაცია
Қазақ тілідиссертация
ភាសាខ្មែរនិក្ខេបបទ
LëtzebuergeschTraité
Latviešudisertācija
Македонскитрактат
മലയാളംപ്രബന്ധം
Tiếng Việtluận văn
Παραδείγματα
“Ο υποψήφιος διδάκτορας έστειλε τη διατριβή του στην κριτική επιτροπή των καθηγητών.”
The doctoral candidate sent his dissertation to the dissertation review board.
“Η διδακτορική του διατριβή «Μορφή και εξέλιξη της αθηναϊκής ιδεολογίας της ισχύος στον Θουκυδίδη» είναι μία πολιτική ανάγνωση του μεγάλου ιστορικού της αρχαιότητας. Η διατριβή του επί υφηγεσία παρέμεινε στο αυστηρό ερμηνευτικό πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας: «Ο Απολλώνιος ο Ρόδιος και η ερμηνεία του Ομήρου στην αρχαιότητα». (*)”
“Ο Καρλ Τεοντόρ τσου Γκούντεμπεργκ κατηγορείται για λογοκλοπή κατά τη σύνταξη της διδακτορικής διατριβής του, και μάλιστα εκτεταμένη. Χθες ο ίδιος ανακοίνωσε ότι «απαρνείται» προσωρινά τον τίτλο του δόκτορος «μέχρι να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα του Πανεπιστημίου του Μπαϊρόιτ». (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free