HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διατροφή

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ði̯a.tɾoˈfi

Ορισμοί

  1. η ενέργεια του να διατρέφεις κάποιο άνθρωπο ή ζώο
  2. το σύνολο ή ο συνδυασμός των τροφών που λαμβάνει κάποιος σε σταθερή βάση
  3. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς και των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης

Ισοδύναμα

41 more languages
العربيةإطعامرزقطعامنفقة
Българскихра́нене
Cymraegalimoni
Gàidhligaranmathas
Bahasa Indonesiagizinutrisisara
한국어영양유지
Kurdîsara
Latviešumaizeuzturs
Kiswahiliulishaji
Türkçeazıkbesingeçimnafaka
Tiếng Việtdinh dưỡng
中文營養
繁體中文營養

Παραδείγματα

“ο ιπποκόμος ασχολείται και με την διατροφή των αλόγων”
“μεσογειακή διατροφή”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διατροφή σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free