Meaning of διατροφή | Babel Free
/ði̯a.tɾoˈfi/Ορισμοί
- η ενέργεια του να διατρέφεις κάποιο άνθρωπο ή ζώο
- το σύνολο ή ο συνδυασμός των τροφών που λαμβάνει κάποιος σε σταθερή βάση
- χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς και των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης
Παραδείγματα
“ο ιπποκόμος ασχολείται και με την διατροφή των αλόγων”
“μεσογειακή διατροφή”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.