HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διατροφή | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ði̯a.tɾoˈfi/

Ορισμοί

  1. η ενέργεια του να διατρέφεις κάποιο άνθρωπο ή ζώο
  2. το σύνολο ή ο συνδυασμός των τροφών που λαμβάνει κάποιος σε σταθερή βάση
  3. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς και των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης

Ισοδύναμα

English Alimony board diet

Παραδείγματα

“ο ιπποκόμος ασχολείται και με την διατροφή των αλόγων”
“μεσογειακή διατροφή”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διατροφή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course