Meaning of θέατρο | Babel Free
/ˈθe.a.tɾo/Ορισμοί
- η δραματική τέχνη στο σύνολό της, η συγγραφή δραματικών έργων που προορίζονται να παρασταθούν ενώπιον κοινού καθώς και το σύνολο των καλλιτεχνικών πράξεων που απαιτούνται για να ανέβει μια θεατρική παράσταση
- ο χώρος όπου δίνονται θεατρικές παραστάσεις
- το κοινό που παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση
- η υποκριτική συμπεριφορά
- ο τόπος όπου διαδραματίζεται ένα γεγονός, συνήθως βίαιο
Ισοδύναμα
English
theater
Παραδείγματα
“Όλο το θέατρο χειροκρότησε δυνατά.”
The whole theatre applauded loudly.
“θέατρο σκιών”
shadow theatre
“το θέατρο σείστηκε από τα χειροκροτήματα”
“όλο το θέατρο χειροκρότησε δυνατά”
“μην τον πιστεύεις, πάλι παίζει θέατρο”
“η Γιουγκοσλαβία έγινε θέατρο πολλών πολεμικών συγκρούσεων”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.