Meaning of θάρρος | Babel Free
/ˈθa.ɾos/Ορισμοί
- η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον
- η υπερβολική (με την κακή έννοια), ενοχλητική και κακή οικειότητα
Ισοδύναμα
English
courage
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.