HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παλικαριά | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του παλικαριού, η γενναιότητα, το θάρρος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλικάρι
  3. ενέργεια που χαρακτηρίζεται από (συχνά παράτολμο) θάρρος

Παραδείγματα

“άσε τις παλικαριές και σκέψου ψύχραιμα πρώτα”
“※ Καλύτερα, λεβέντη μου, τη μάχη ν' αποφεύγεις / παρά να κάνεις ταρζανιές, παλικαριές στο βρόντο (Ομήρου Ιλιάδα του Μιχάλη Γκανά, 2019)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παλικαριά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course