Meaning of παλικαριά | Babel Free
Ορισμοί
- η ιδιότητα του παλικαριού, η γενναιότητα, το θάρρος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παλικάρι
- ενέργεια που χαρακτηρίζεται από (συχνά παράτολμο) θάρρος
Παραδείγματα
“άσε τις παλικαριές και σκέψου ψύχραιμα πρώτα”
“※ Καλύτερα, λεβέντη μου, τη μάχη ν' αποφεύγεις / παρά να κάνεις ταρζανιές, παλικαριές στο βρόντο (Ομήρου Ιλιάδα του Μιχάλη Γκανά, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.