Meaning of παλικαρισμός | Babel Free
Ορισμοί
- προσποίηση θάρρους λόγω έπαρσης ή κοινωνικού οφέλους και αποδοχής
- άκαιρη, ανόητη επίδειξη παλικαριάς, θάρρους
Παραδείγματα
“υποστήριζε το brexit με εθνικιστικό παλικαρισμό”
“ως στρατιώτης θα πειθαρχείς, ο παλικαρισμός κοστίζει ζωές”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.