Meaning of αγάντα | Babel Free
/aˈɣan.da/Ορισμοί
- ναυτικό παράγγελμα για ακινητοποίηση ολόκληρου του σκάφους (από ρυμουλκά), ή και διακινουμένων φορτίων με ανάλογους χειρισμούς των μέσων φορτοεκφορτώσεων (γερανών), ή και με σωματική προσπάθεια για αντιστήριξη αντικειμένου
- προτροπή για να βάλει κάποιος τα δυνατά του, να αντέξει σε κάποια κατάσταση, ή να κάνει κουράγιο
Παραδείγματα
“※ «Αγάντα! Αγάντα, παλικάρ…», φώναξε για να τους δώσει κουράγιο, αλλά κείνη τη στιγμή το φρούριο σείστηκε από την πρώτη μπόμπα.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.