φλόγα
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το ανώτερο τμήμα της φωτιάς, είναι αεριώδες και φωτεινό φαινόμενο, αποτέλεσμα της καύσης, αποκτά διάφορα σχήματα και μεγέθη, συχνά βοηθούντος του ανέμου
- το ορατό ακτινοβόλο στοιχείο της φωτιάς που προκαλείται από ισχυρή εξωθερμική αντίδραση. Το ορατό αποτέλεσμα της καύσης.
- όροι για είδη φλόγας στην ηλεκτροσυγκόλληση
-
κάτι που έχει ιδιότητες της φλόγας και της φωτιάς, θερμό, ορμητικό, τα έντονα συναισθήματα ή οι παθιασμένες ενέργειες, έντονο κίνητρο figuratively
- ※ Όποιος τη νύχτα σ’ εχτρικό στρατό μονάχος γλιστρά σα φλόγα ξαφνική, με λύσσα στους κοιμισμένους πέφτει
- φυτό με κόκκινα φύλλα (Ρhlox)
Ισοδύναμα
49 more languages
Azərbaycan dilialov
Българскипламък
Cymraegfflam
Ελληνικάθάρρος
Esperantoflamo
Eestileek
فارسیشعله
Gaeilgelasair
Gàidhliggal
עבריתלהבה
Magyarláng
Հայերենբոց
Kurdîpoker
Lietuviųliepsna
Latviešuliesma
Македонскипламен
Maltifjamma
Русскийантивоспламенительвоодушевлениевспылитьжарзадорквинтако́лермолофьяпа́ссияпламяпылрвениестрейт-флешстрит-флэшфлокс
Slovenčinaplameň
Slovenščinaplamen
Shqipflakë
ไทยเปลวไฟ
Українськапо́лум'я
繁體中文火焰
Παραδείγματα
“Η αφή της ολυμπιακής φλόγας γίνεται το Μάρτιο του έτους της Ολυμπιάδας στην αρχαία Ολυμπία.”
“φλόγα οξυγόνου-ασετυλίνης για εργασίες που απαιτούν θερμοκρασία άνω των 500 βαθμών”
“η ανθρακωτική φλόγα, η ουδέτερη φλόγα, η οξειδωτική φλόγα”
“φλόγα μάθησης, μίσους, εκδίκησης, έρωτα, πάθους, ελευθερίας”
“Goethe (Γκέτε), Iphigenie auf Tauris [Ιφιγένεια εν Ταύροις]. Μετάφραση (1916): Κώστας Χατζόπουλος”
“※ Μια φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά, και μάγια μου 'χεις κάνει, Φραγκοσυριανή γλυκιά.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free