HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

χώρος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1 Frequent
ˈxo.ɾos

Ορισμοί

  1. ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
  2. οποιαδήποτε τρισδιάστατη έκταση
  3. τόπος για συγκεκριμένη χρήση, όπως κτιριο, δωμάτιο, οικόπεδο κ.λπ
  4. ο τόπος όπου κάτι ζει, υπάρχει ή διεξάγεται
    general
  5. το τρισδιάστατο σύστημα αναφοράς που χρησιμοποιείται για να προσδιοριστεί η θέση ενός σημείου

Ισοδύναμα

6 more languages
Eestiruum
Kurdîsîte
Српскиplačeplaćesite
Українськамісце

Παραδείγματα

“ακάλυπτος χώρος”

inner courtyard

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη χώρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free