HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μυρωδιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B1 Frequent
/miɾoˈðʝa/

Ορισμοί

  1. ιδιαίτερο χαρακτηριστικό υλικών σωμάτων που γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όσφρησης κατά τρόπο ευχάριστο ή δυσάρεστο
  2. ψήγμα γνώσης, νύξη, ψύλλιασμα, μία ισχνή / ακαθόριστη ή ελάχιστη ιδέα (π.χ. για το τι συμβαίνει)
    figuratively

Ισοδύναμα

English odor Smell

Παραδείγματα

“ευχάριστο αίσθημα”
“δυσάρεστο αίσθημα”
“στην έκφραση παίρνω μυρωδιά”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μυρωδιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course