Meaning of μυρωδιά | Babel Free
/miɾoˈðʝa/Ορισμοί
- ιδιαίτερο χαρακτηριστικό υλικών σωμάτων που γίνεται αντιληπτό με την αίσθηση της όσφρησης κατά τρόπο ευχάριστο ή δυσάρεστο
-
ψήγμα γνώσης, νύξη, ψύλλιασμα, μία ισχνή / ακαθόριστη ή ελάχιστη ιδέα (π.χ. για το τι συμβαίνει) figuratively
Παραδείγματα
“ευχάριστο αίσθημα”
“δυσάρεστο αίσθημα”
“στην έκφραση παίρνω μυρωδιά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.