Σημασία του ποινή | Babel Free
piˈniΟρισμοί
τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησε γραπτή συμφωνία
Ισοδύναμα
العربية
دية
Dansk
mandebod
فارسی
خونبها
Suomi
veriraha
Gaeilge
airgead fola
Magyar
büntetés
Bahasa Indonesia
bangun
Latina
weregildum
Македонски
крвнина
Polski
główszczyzna
Português
pena
ትግርኛ
ጋር
Türkçe
ceza
Παραδείγματα
“※ Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος.”
“※ Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free