ποινή
Ορισμοί
τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον που έκανε ένα αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα ή παραβίασε / αθέτησε γραπτή συμφωνία
Ισοδύναμα
21 more languages
العربيةدية
Danskmandebod
فارسیخونبها
Suomiveriraha
Gaeilgeairgead fola
Magyarbüntetés
Bahasa Indonesiabangun
Latinaweregildum
Македонскикрвнина
Polskigłówszczyzna
Portuguêspena
ትግርኛጋር
Türkçeceza
Παραδείγματα
“※ Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος.”
“※ Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: ... β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο (Νόμος 4619, 2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free