Σημασία του φόρεμα | Babel Free
ˈfo.ɾe.maΟρισμοί
φουστάνι, ρούχο γυναικείο, με ή χωρίς μανίκια, που καλύπτει το σώμα με ένα συνήθως μονοκόμματο ύφασμα και φτάνει σε διάφορα μήκη, για διάφορες περιστάσεις
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“βραδινό φόρεμα, κλος φόρεμα, φόρεμα με κρινολίνο, με ουρά”
“εβαζέ φόρεμα (που φάρδαινε προς τα κάτω < γαλλικό évasée)”
“φορέματα για εγκύους, για παχουλές”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free